Τρίτη 10 Μαρτίου 2015


Η «περήφανη» επιλογή του εσωτερικού δανεισμού.

Του Γρηγόρη Λιονή*

Τις τελευταίες ημέρες, η κυβέρνηση προχωρά σε μια «γενικευμένη επιστράτευση» κεφαλαίων από ολόκληρο το «δημόσιο τομέα», προκειμένου να καλύψει τις δανειακές υποχρεώσεις του κράτος για το επόμενο διάστημα. Χρήματα από διάφορους φορείς του Δημοσίου συγκεντρώνονται στην Τράπεζα της Ελλάδας με Προεδρικά Διατάγματα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις ζητούν από τις διοικήσεις φορέων να μεταφέρουν τα χρήματά τους. Οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης προσπαθούν να εμφανίσουν αυτές τις μετακινήσεις ως «εθνικό καθήκον», γιατί έτσι στηρίζεται η κυβέρνηση απέναντι στη διαπραγμάτευση με την ΕΕ.

Το «χρηματοδοτικό κενό» του επόμενου διαστήματος

Για το επόμενο τρίμηνο, το ελληνικό κράτος χρωστά, αθροιστικά στο ΔΝΤ, στην ΕΚΤ και σε άλλους επενδυτές, περίπου 4,3 δισ. ευρώ, τα οποία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ δεσμεύτηκε, με πρόσφατη συμφωνία που υπέγραψε με την ΕΕ, πως θα αποπληρώσει στο ακέραιο. Μέσα σ' αυτά περιλαμβάνονται και τα ομόλογα που δεν κουρεύτηκαν κατά τη διάρκεια του PSI, προχωρώντας μάλιστα σε μια πρώτη πληρωμή τέτοιου τύπου στις 3 Μάρτη. Επειδή «αρχή άνδρα δείκνυσι», θυμίζουμε πως προεκλογικά ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ κατήγγειλαν με πάθος αυτούς τους επενδυτές ως «διεθνείς τοκογλύφους» και «vulture funds - επενδυτές αρπακτικά»...

Συγχρόνως, το επόμενο διάστημα λήγουν μια σειρά από έντοκα γραμμάτια που επίσης πρέπει να αποπληρώσει και οι εγχώριες τράπεζες δεν έχουν διαθέσιμα κεφάλαια για να αυξήσουν τη συμμετοχή τους στις νέες εκδόσεις εντόκων γραμματίων, αύξηση που είναι απαραίτητη λόγω της μη συμμετοχής αλλοδαπών επενδυτών. ΕΕ και ΕΚΤ, απ' τις οποίες εξαρτάται η χρηματοδότηση των εγχώριων τραπεζών, έχουν ρητά απαγορεύσει την αγορά πρόσθετων εντόκων γραμμάτιων.

Και το περιβόητο «χρηματοδοτικό κενό» του ελληνικού Δημοσίου είναι «πού θα βρεθούν αυτά τα πρόσθετα κεφάλαια που έχει ανάγκη το ελληνικό Δημόσιο για να αποπληρώσει τους δανειστές του».

Στο λαό για μια ακόμα φορά τα βάρη της κρίσης


Η κομψή φράση «κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού» συγκαλύπτει τόσο το ποιος το πληρώνει, όσο και την πραγματική του ουσία. Συγκαλύπτει πως στον καπιταλισμό τα δημοσιονομικά μέτρα φορτώνουν νέα βάρη στα λαϊκά στρώματα, πως αποτελούν εργαλείο αναδιανομής υπέρ των ομίλων. Συγκαλύπτει δηλαδή πως τα μέτρα της κυβέρνησης για να «καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό» θα ξεζουμίσουν τα λαϊκά στρώματα, αφήνοντας στο απυρόβλητο το μεγάλο κεφάλαιο. Συγκαλύπτει, επίσης, πως το δημόσιο χρέος, απ' το οποίο προέρχεται το «κενό», είναι χρέος των μονοπωλίων και της κυβέρνησής τους, ο λαός ούτε ευθύνεται, ούτε ωφελήθηκε απ' αυτό, αλλά επιχειρούν να του το φορτώσουν με διάφορους τρόπους.

Πρώτος βασικός άξονας «κάλυψης του κενού» είναι η μείωση των υποχρεώσεων της κυβέρνησης προς το εσωτερικό της χώρας (κρατικές δαπάνες, επιστροφές, μισθοδοσίες κλπ.), που μπορεί να πάρει τη μορφή καθυστέρησης πληρωμών, ίσως ακόμα και μισθοδοσίας.

Δεύτερος βασικός άξονας είναι η αύξηση των εσόδων, βασικά των φόρων που πληρώνουν τα λαϊκά στρώματα, αφού η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί πως δε θα θίξει το μεγάλο κεφάλαιο. Οι διάφορες φορολογικές ρυθμίσεις που προωθεί η κυβέρνηση, από τιςληξιπρόθεσμες οφειλές, τις συνεχείς παραινέσεις για πληρωμή των φόρων ως «πατριωτικό καθήκον» και η νέα σχεδιαζόμενη φοροεπιδρομή ενάντια στο λαό, έχουν αυτόν το χαρακτήρα. Στις λύσεις που εξετάζονται για την αύξηση των εσόδων είναι και η«τιτλοποίηση τμήματος των μελλοντικών κρατικών εσόδων», με την οποία η κυβέρνηση προκαταβάλλει πως θα αυξήσει τους φόρους το επόμενο διάστημα.

Ο βασικός μηχανισμός, ωστόσο, με τον οποίο επιχειρείται η αντιμετώπιση του χρηματοδοτικού κενού είναι ο περιβόητος εσωτερικός δανεισμός. Ο εσωτερικός δανεισμός στον οποίο προχωρά η κυβέρνηση σήμερα συνίσταται -προς το παρόν- στη συγκέντρωση χρημάτων από διάφορους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα στην ΤτΕ και χρήση τους για την αποπληρωμή των πιστωτών.

Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει χρήματα από διάφορες πηγές. Με τον τρόπο αυτό έχουν ήδη συγκεντρωθεί κεφάλαια απ' τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τον οργανισμό που διαχειρίζεται τις επιδοτήσεις των αγροτών, χρήματα που είχαν συγκεντρώσει διάφοροι φορείς του Δημοσίου, ενώ η μεγάλη συζήτηση που λαμβάνει χώρα αυτό το διάστημα αφορά τα ταμειακά διαθέσιμα των ασφαλιστικών φορέων, ενώ και τα χρήματα που προορίζονται για την Τοπική Διοίκηση βρίσκονται στο στόχαστρο της κυβέρνησης. Το Δημόσιο φυσικά δεν προβαίνει σε κατάσχεση των χρημάτων. Όπως υποστηρίζει, επιθυμεί να δανειστεί τα χρήματα απ' τους φορείς του και μάλιστα με υψηλότερο επιτόκιο απ' αυτό που δίνουν οι τράπεζες στις οποίες φυλάνε τα χρήματα αυτά οι φορείς.

Μάλιστα, οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι στις διοικήσεις των φορέων εμφανίζουν αυτόν το δανεισμό ως πατριωτικό καθήκον, αφού έτσι ισχυροποιείται η κυβέρνηση και μπορεί να διαπραγματευτεί καλύτερα, ενώ δε βγαίνουν ζημιωμένα ούτε τα ταμεία, αφού τα επιτόκια είναι υψηλότερα. Αυτό φυσικά είναι το τυράκι...

Η «φάκα» του εσωτερικού δανεισμού

Τα χρήματα αυτά που θέλει να συγκεντρώσει το Δημόσιο δε βρίσκονται σε ένα ντουλάπι... Είναι τα ελάχιστα χρήματα που έχουν απομείνει να δώσουν οι προαναφερθέντες φορείς στα λαϊκά στρώματα. Τα χρήματα του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι οι επιδοτήσεις για τους αγρότες, τα ταμειακά διαθέσιμα των ταμείων είναι τα χρήματα για να πληρωθούν οι συντάξεις των επόμενων μηνών, τα αποθεματικά των δήμων είναι οι μισθοί των δημοτικών υπαλλήλων, σε καθαριότητα, παιδικούς σταθμούς κλπ. Τα διαθέσιμα των νοσοκομείων είναι για να πληρωθούν οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία, για να αγοραστούν φάρμακα και υλικό.

Η ελληνική κυβέρνηση ουσιαστικά ζητά από τα λαϊκά στρώματα να δανείσουν όλα αυτά τα χρήματα, προκειμένου να αποπληρώσει τώρα τους δανειστές, για να είναι ισχυρή στη διαπραγμάτευση.

Αλλά δεν υπάρχει κανενός είδους εξασφάλιση πως αυτά τα χρήματα θα τα πάρουν πίσω οι εργαζόμενοι.

Το τεράστιο κούρεμα των αποθεματικών των ταμείων κατά τη διαδικασία του PSI έχει αφήσει βαθιές πληγές στα ασφαλιστικά ταμεία. Μάλιστα, κατά τη διάρκειά του φαίνεται πως κουρεύτηκαν και ορισμένα ταμειακά διαθέσιμα των ασφαλιστικών ταμείων χωρίς να βρίσκονται υπό τη μορφή ομολόγων, αποδεικνύοντας πως τα κεφάλαια που δανείζονται στο ελληνικό Δημόσιο δεν είναι ασφαλή.

Σήμερα, η κυβέρνηση, ξεχνώντας τι έλεγε για το θέμα των απωλειών των ταμείων μόλις μερικούς μήνες νωρίτερα, πραγματικά προκαλεί τους εργαζόμενους, καλώντας τους να την ξαναδανείσουν, χωρίς να γίνεται καμιά κουβέντα για τα προηγούμενα δανεικά και αγύριστα....

Η υπόσχεση της κυβέρνησης πως τα ταμεία θα μπορούν να σηκώσουν τα χρήματα που χρειάζονται εντός δύο ημερών είναι τουλάχιστον κενή περιεχομένου.

Τα ταμειακά διαθέσιμα ταμείων και φορέων είναι, από τον ορισμό τους, για την κάλυψη των άμεσων βραχυπρόθεσμων αναγκών και γι' αυτό βρίσκονται υπό μορφή ρευστού, κατατεθειμένα στις τράπεζες. Δεν υπάρχει καμιά εγγύηση πως η κυβέρνηση θα μπορεί να βρει στα δικά της ταμεία, τα οποία έχουν στερέψει, χρήμα για να το αποδώσει στους φορείς του Δημοσίου όταν το ζητήσουν.

Αυτό σημαίνει πως οι φορείς του Δημοσίου θα εξαναγκαστούν να αναβάλουν πληρωμές προς τα λαϊκά στρώματα. Η πληρωμή συντάξεων, των χρημάτων στους αγρότες, των πληρωμών προς τα νοσοκομεία και τα φαρμακεία θα μετατεθεί με δραστικές αρνητικές συνέπειες στα λαϊκά στρώματα.

Ο «πατριωτισμός» της άρχουσας τάξης

Η άρχουσα τάξη, μέσα απ' την κυβέρνησή της, καλεί για μια ακόμα φορά τους εργαζόμενους να βάλουν το χέρι στην τσέπη και να δανείσουν την κυβέρνηση, αρχικά έμμεσα. Σε επόμενη φάση δεν αποκλείεται η προσφυγή στον άμεσο δανεισμό. Άλλωστε, ο ευρωβουλευτής Γλέζος δήλωνε πέρυσι πως «ο ελληνικός λαός, ο φτωχός λαός, θα το κάλυπτε το εσωτερικό δάνειο αν το είχαμε ανάγκη». Οι μεγαλομέτοχοι των μονοπωλιακών ομίλων, με 140 δισ. ευρώ στο εξωτερικό, για μια ακόμα φορά δε θα συνεισφέρουν. Οι εφοπλιστές θα συνεχίσουν να πληρώνουν ελάχιστους φόρους. Οι μεγαλοβιομήχανοι περιμένουν τις νέες επιδοτήσεις. Μόνιμος στόχος είναι τα λαϊκά στρώματα.

Κινούμενοι σ' αυτή την κατεύθυνση, τα κυβερνητικά επιτελεία δε σταματούν να εμφανίζουν αυτόν το δανεισμό ως πατριωτικό καθήκον, γιατί έτσι ισχυροποιείται η διαπραγματευτική δυνατότητα της χώρας. Ισχυρίζονται πως η άλλη λύση για την εξεύρεση των απαραίτητων κεφαλαίων είναι ο νέος δανεισμός απ' την ΕΕ που συνεπάγεται νέα δυσβάσταχτα αντιλαϊκά μέτρα.

Η κυβέρνηση επιθυμεί να εμφανίσει στο αυριανό Eurogroup πως δεν έχει ανάγκη τη νέα δόση απ' την ΕΕ, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει τη διαπραγμάτευση με την ΕΕ.

Όμως ποιος διαπραγματεύεται και για ποιον;

Τι έχουν να κερδίσουν οι εργαζόμενοι από μια «σχετική επιτυχία» της διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης;

Δε χρειάζεται δίπλωμα «μελλοντολογίας». Αρκεί απλά να δει κανείς το κυβερνητικό πρόγραμμα, όπως αυτό συντίθεται απ' το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, τις προγραμματικές δηλώσεις και το κείμενο της συμφωνίας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ με το Eurogroup, για να καταλάβει πως τα λαϊκά στρώματα δεν έχουν να περιμένουν ουσιαστική βελτίωση της ζωής τους με την προώθηση του κυβερνητικού έργου, την οποία αφορά η διαπραγμάτευση. Η κυβέρνηση εμφανίζει ως «πατριωτισμό» την ισχυροποίησή τηςγια να προωθήσει αυτούς τους άξονες που ξεχνούν να αναφερθούν στις τεράστιες απώλειες που γνώρισαν τα λαϊκά στρώματα την περίοδο της κρίσης και υπόσχονται ελάχιστα ψίχουλα ανακούφισης για την ακραία φτώχεια, τα οποία, όπως δείχνει και το προσφάτως κατατεθέν κυβερνητικό νομοσχέδιο, θα τα πάρουμε μισά.

Το κυβερνητικό πρόγραμμα δε λέει κουβέντα για το μέσο μισθό που έχει μειωθεί κατά 25%τα τελευταία χρόνια, για τις τεράστιες αυξήσεις στους φόρους, άμεσους και έμμεσους, πουήδη πληρώνουν οι εργαζόμενοι, για το 13ο και 14ο μισθό στο Δημόσιο, για τη 13η και 14η σύνταξη, για τις αυξήσεις στο κόστος ζωής. Τα λαϊκά στρώματα έχασαν την περίοδο της κρίσης σχεδόν το 50% του βιοτικού τους επίπεδου.

Με όποιον τρόπο και αν τελικά εξελιχθεί η διαπραγμάτευση, το πρόγραμμα που θα υλοποιήσει η κυβέρνηση δε θα οδηγήσει στην ανάκτηση των τεράστιων απωλειών που είχαν τα λαϊκά στρώματα τα τελευταία χρόνια.

Η διαπραγμάτευση της κυβέρνησης αφορά τους όρους χρηματοδότησης της εγχώριας άρχουσας τάξης. Η μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος, για την οποία γίνεται η όλη συζήτηση, θα μεταφραστεί σε νέες επιδοτήσεις που θα πάρουν το μοδάτο όρο «παραγωγική ανασυγκρότηση».

Ο πατριωτισμός της κυβέρνησης είναι, για μια ακόμα φορά, η ισχυροποίηση της άρχουσας τάξης στον πόλεμό της με τις υπόλοιπες...

Όμως, όπως λέει ο ποιητής, στους άδικους πολέμους «στους νικημένους ο φτωχός λαός πέθαινε απ' την πείνα, στους νικητές ο φτωχός λαός πέθαινε το ίδιο».

Με τη σημαία των αναγκών μας

Η διαπραγμάτευση πίσω απ' την οποία μας καλεί να στοιχηθούμε η νέα συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ είναι «διαπραγμάτευση στο στρατόπεδο του εχθρού». Όποια και να είναι η έκβασή της, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική βελτίωση της ζωής των λαϊκών στρωμάτων, γιατί ο πραγματικός αντίπαλος των λαϊκών στρωμάτων παραμένει όρθιος στη θέση του. Η άρχουσα τάξη και οι ανάγκες της, η διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των ομίλων είναι η αιτία για την οποία προωθούνται τα μέτρα που τσακίζουν τη ζωή των εργαζόμενων. Με περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένη διαπραγμάτευση, με ευρώ ή με δραχμή, όσο οι μονοπωλιακοί όμιλοι καθορίζουν τις τύχες της χώρας, τα λαϊκά στρώματα θα γνωρίζουν εκμετάλλευση, εξαθλίωση, φτώχεια.

Γι' αυτό και δε στοιχιζόμαστε πίσω τους. Βαδίζουμε αποφασιστικά απέναντί τους.

Οργανώνουμε παντού την πάλη μας, απαιτώντας την άμεση επιστροφή των κλεμμένων από τα ασφαλιστικά ταμεία, την ανάκτηση των απωλειών της περιόδου της κρίσης, συγκεντρώνουμε δυνάμεις για την αντεπίθεση των εργαζόμενων, για το ριζικά διαφορετικό δρόμο ανάπτυξης που θα ικανοποιήσει τις ανάγκες μας, το δρόμο της εργατικής - λαϊκής εξουσίας.

Ο δικός μας επικεφαλής είναι αυτή η κόκκινη σημαία των αναγκών μας.



*Ο Γρηγόρης Λιονής είναι μέλος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

Το άρθρο είναι αναδημοσίευση από τον «Κυριακάτικο Ριζοσπάστη», στις 8 Μάρτη 2015.

Προτείνετε το άρθρο σε .....